Τμήμα Φυσικών Επιστημών

Η βασική αρχή που διέπει την μελέτη και το συντονισμό των εκπαιδευτικών δράσεων του τμήματος Φυσικών Επιστημών είναι ότι η διδασκαλία των φυσικών επιστημών προϋποθέτει τον πειραματικό έλεγχο και την εργαστηριακή άσκηση και είναι άμεσα συνυφασμένη με την ερμηνεία των φαινομένων, τα οποία καθημερινά παρατηρούμε γύρω μας, με τη νοητική ανάπτυξη του μαθητή κάθε ηλικίας, με το γνωστικό υπόβαθρο που διαθέτει, με τις δεξιότητες αλλά και τις προσδοκίες του, με το κοινωνικό περιβάλλον και των αναγκαιοτήτων που υπάρχουν σ’ αυτό.

Η διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών είναι μια ενεργή διαδικασία οικοδόμησης της γνώσης. Συνεπώς, τα διδακτικά βήματα και οι μαθησιακές δραστηριότητες δεν μπορούν να είναι αυστηρά καθορισμένα αλλά προσαρμόζονται, αναδιαμορφώνονται και επαναπροσδιορίζονται μέσα από την αλληλεπίδραση δασκάλου-μαθητή.

Η βασική αρχή που διέπει την μελέτη και το συντονισμό των εκπαιδευτικών δράσεων του τμήματος Φυσικών Επιστημών είναι ότι η διδασκαλία των φυσικών επιστημών προϋποθέτει τον πειραματικό έλεγχο και την εργαστηριακή άσκηση και είναι άμεσα συνυφασμένη με την ερμηνεία των φαινομένων, τα οποία καθημερινά παρατηρούμε γύρω μας, με τη νοητική ανάπτυξη του μαθητή κάθε ηλικίας, με το γνωστικό υπόβαθρο που διαθέτει, με τις δεξιότητες αλλά και τις προσδοκίες του, με το κοινωνικό περιβάλλον και των αναγκαιοτήτων που υπάρχουν σ’ αυτό.

Η διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών είναι μια ενεργή διαδικασία οικοδόμησης της γνώσης. Συνεπώς, τα διδακτικά βήματα και οι μαθησιακές δραστηριότητες δεν μπορούν να είναι αυστηρά καθορισμένα αλλά προσαρμόζονται, αναδιαμορφώνονται και επαναπροσδιορίζονται μέσα από την αλληλεπίδραση δασκάλου-μαθητή.

Η βασική αρχή που διέπει την μελέτη και το συντονισμό των εκπαιδευτικών δράσεων του τμήματος Φυσικών Επιστημών είναι ότι η διδασκαλία των φυσικών επιστημών προϋποθέτει τον πειραματικό έλεγχο και την εργαστηριακή άσκηση και είναι άμεσα συνυφασμένη με την ερμηνεία των φαινομένων, τα οποία καθημερινά παρατηρούμε γύρω μας, με τη νοητική ανάπτυξη του μαθητή κάθε ηλικίας, με το γνωστικό υπόβαθρο που διαθέτει, με τις δεξιότητες αλλά και τις προσδοκίες του, με το κοινωνικό περιβάλλον και των αναγκαιοτήτων που υπάρχουν σ’ αυτό.

Η διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών είναι μια ενεργή διαδικασία οικοδόμησης της γνώσης. Συνεπώς, τα διδακτικά βήματα και οι μαθησιακές δραστηριότητες δεν μπορούν να είναι αυστηρά καθορισμένα αλλά προσαρμόζονται, αναδιαμορφώνονται και επαναπροσδιορίζονται μέσα από την αλληλεπίδραση δασκάλου-μαθητή.

Η διδασκαλία των μαθημάτων των Φυσικών Επιστημών συντονίζεται στις τακτικές συνεδριάσεις των μελών του Τμήματος και σκοπεύει στην εξοικείωση των μαθητριών/των τόσο με το εννοιολογικό, όσο και με το μεθοδολογικό πλαίσιο των Φυσικών Επιστημών. Τα προγράμματά μας καταρτίζονται με βάση τη διεθνή εμπειρία και βιβλιογραφία, σχεδιάζονται με κοινή εκπαιδευτική φιλοσοφία για όλες τις βαθμίδες μας, αξιολογούνται με μία σειρά από μεθόδους (ερωτηματολόγια, συνεντεύξεις, παρατήρηση στην τάξη κ.λπ.) και διδάσκονται υποστηριζόμενα από τις ειδικές εκδόσεις του τμήματος στα υπερσύγχρονα εργαστήρια των Εκπαιδευτηρίων που είναι πλήρως εξοπλισμένα για την άσκηση των μαθητών σε ομάδες.

Το πρόγραμμα εξάλλου των Φυσικών Επιστημών ενισχύεται μέσω της διδασκαλίας STEM (Science, Technology, Engineering and Mathematics)

Έτσι, το Τμήμα αναπτύσσει εκπαιδευτικές δραστηριότητες που αξιοποιούν τη διερευνητική προσέγγιση, τις διεπιστημονικές και διαθεματικές εφαρμογές, τη χρήση Νέων Τεχνολογιών στη διδασκαλία, τη σύνδεση με την καθημερινότητα και τη διασύνδεση με το χώρο εργασίας.  Στο πλαίσιο αυτό, το διδακτικό μοντέλο που αξιοποιείται αποσκοπεί:

  • Στην απόκτηση γνώσεων σχετικών με θεωρίες, νόμους και αρχές που αφορούν τα επιμέρους γνωστικά αντικείμενα των Φυσικών Επιστημών, ώστε ο μαθητής να είναι ικανός να «ερμηνεύει» τα φυσικά, χημικά, βιολογικά και γεωλογικά – γεωγραφικά φαινόμενα, αλλά και καταστάσεις ή διαδικασίες που αφορούν τους οργανισμούς και τις σχέσεις τους με το περιβάλλον στο οποίο ζουν.
  • Στην εξοικείωση του μαθητή με τον επιστημονικό τρόπο σκέψης, την επιστημονική μεθοδολογία (παρατήρηση, συγκέντρωση – αξιοποίηση πληροφοριών, διατύπωση υποθέσεων, πειραματικό έλεγχό τους, ανάλυση και ερμηνεία δεδομένων, εξαγωγή συμπερασμάτων, ικανότητα γενίκευσης και κατασκευής προτύπων).
  • Στη διαπίστωση της συμβολής των Φυσικών Επιστημών στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ανθρώπου μέσα από τη γνώση της οργάνωσης του περιβάλλοντος (φυσικού και κοινωνικού) και καλλιέργεια της ικανότητας να συμμετέχει στις προσπάθειες για την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων.
  • Στην εξοικείωση του μαθητή με το τεχνητό περιβάλλον στο οποίο ζει, συνειδητοποιώντας τη σημασία της δημιουργικής και όχι εξαρτημένης χρήσης του σύγχρονου τεχνολογικού εργαλείου.

Ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός του Τμήματος Φυσικών Επιστημών είναι ενιαίος και διαμορφώνεται με βάση το γνωστικό δυναμικό και τις εμπειρίες που βαθμιαία έχουν κατακτηθεί στην εξελισσόμενη μαθησιακή πορεία ανά εκπαιδευτική βαθμίδα.

Σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς του Νηπιαγωγείου το Τμήμα Φυσικών Επιστημών συμβάλλει στο σχεδιασμό εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων που δίνουν έμφαση στον πειραματισμό και στην αυτενέργεια. Τα μικρά παιδιά διαμορφώνουν από πολύ νωρίς τις αρχικές ιδέες, αρχές και σκέψεις για έννοιες και φαινόμενα από τον φυσικό κόσμο. Αξιοποιώντας το εγγενές αυτό χαρακτηριστικό σχεδιάζονται δραστηριότητες που σκοπό έχουν να οδηγήσουν την παιδική σκέψη σε μία αλλαγή άποψης του φυσικού και τεχνητού κόσμου από το αυθόρμητο στο συστηματικό, από το αόριστο στο συγκεκριμένο. Αναπτύσσονται δραστηριότητες είτε ως ανεξάρτητες, είτε ενταγμένες στο πλαίσιο ενός γενικότερου θέματος που διερευνούν στην τάξη και στη φύση και παρωθούν τα παιδιά με παιγνιώδη και αυθόρμητο τρόπο στην παρατήρηση, στη διατύπωση ερωτημάτων, στη διατύπωση προβλέψεων, απλών ορισμών και συμπερασμάτων για το φυσικό περιβάλλον, τον τεχνολογικό κόσμο και τη σχέση φυσικών επιστημών και κοινωνίας.

Η διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών στο Δημοτικό εξυπηρετεί κυρίως το στόχο της συστηματικής παρατήρησης. Σε στενή συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς του δημοτικού αναπτύσσονται εκπαιδευτικές δραστηριότητες μέσω των οποίων οι μαθητές παρωθούνται να μην αντιμετωπίζουν πια τα φυσικά φαινόμενα τυχαία, αλλά με μεθοδικό τρόπο να τα παρατηρούν, να διατυπώνουν υποθέσεις, να τις ελέγχουν με απλά πειράματα στο εργαστήριο, να καταγράφουν οργανωμένα τις παρατηρήσεις τους, να συνδέουν τα αντίστοιχα καθημερινά φαινόμενα με τις παρατηρήσεις του σχολικού εργαστηρίου και να εξάγουν συμπεράσματα (παρατηρησιακή διάσταση).

Στο Γυμνάσιο ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός των φυσικών επιστημών στοχεύει στην κατάκτηση της αφηρημένης σκέψης, στην ποιοτική προσέγγιση της ερμηνείας των φαινομένων (ερμηνευτική διάσταση) και στην εξοικείωση με την επιστημονική μεθοδολογία, εισάγοντας σταδιακά τους μαθητές στις ποσοτικές σχέσεις και το μαθηματικό φορμαλισμό. Έτσι, επιδιώκεται οι μαθητές να μετασχηματίσουν τα νοητικά τους μοντέλα – δομές, ώστε να γίνουν πιο συμβατά με τα επιστημονικά, προκαλώντας κυρίως αλλαγές στον τρόπο σκέψης των μαθητών και όχι να αποτελούν απλά γνωστικές προσθήκες.

Στο Λύκειο οι Φυσικές Επιστήμες επεκτείνουν και αναδεικνύουν τον επιστημονικό και τεχνολογικό αλφαβητισμό που οι μαθητές απέκτησαν στις προηγούμενες βαθμίδες. Η  διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών εδραιώνεται με την ολοκλήρωση της ποσοτικής αντιμετώπισης και το μαθηματικό φορμαλισμό (φορμαλιστική διάσταση), που αναφέρεται όμως σε φαινόμενα των οποίων η ποιοτική ερμηνεία έχει ήδη καλλιεργηθεί αποτελεσματικά στις προηγούμενες βαθμίδες. Έτσι οι μαθητές δεν απομνημονεύουν μηχανικά τη φορμαλιστική διάσταση της επιστήμης, αλλά κατανοούν ουσιαστικά το φορμαλισμό, προετοιμαζόμενοι κατάλληλα για τις σπουδές τους στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση.